Η Αποκριά στην αρχαία εποχή

ΑΜΦΟΡΕΑΣ
  • Γράφει ο: Σωκράτης Παν. Μάσσιας, Φιλόλογος

Τέσσερεις φορές το χρόνο οι αρχαίοι Έλληνες τελούσαν τις Διονυσιακές γιορτές τους, από τις οποίες λείψανα κάπως μεταλλαγμένα αποτελούν οι Αποκριές της εποχής μας.

Στις γιορτές αυτές έπιναν, χόρευαν, ευθυμούσαν και οργίαζαν. Το επικρατέστερο δε τραγούδι, που τραγουδούσαν στις γιορτές αυτές ήταν ο «Διθύραμβος», από τον οποίο προήλθε η τραγωδία και το σατυρικό δράμα. Όσοι έπαιρναν μέρος στις γιορτές αυτές μεταμφιέζονταν ποικιλοτρόπως, ζωνόντουσαν με δέρματα γιδιών, κατσικιών και άλλων ζώων και ιδιαίτερα του πάνθηρα, το δέρμα του οποίου ήταν περιζήτητο, σκέπαζαν τα πρόσωπά τους με προσωπίδα από ξύλο ή και από φύλλο ή τα χρωμάτιζαν με πηλό, κατακάθια του κρασοβαρελιού και όποια άλλη βαφή είχαν πρόχειρη. Μεταμφιέζονταν δε όχι μόνο οι άντρες αλλά και οι γυναίκες σε Βάκχες (παραστάσεις Διονύσου), Θυάδες, Λήνες και ιδίως σε Σ(ι)ειληνούς (δαίμονες με ανθρώπινη μορφή, αφτιά ζώου και ουρά και ανήκαν στον θίασο του Διονύσου) και Σατύρους. Η συνήθεια να μεταμφιέζονται στις Διονυσιακές γιορτές προήλθε και καθιερώθηκε από δύο λόγους:

Ο πρώτος για το λόγο ότι ο Θεός Διόνυσος περιβαλλόταν πάντοτε από ένα πλήθος Σατύρων, που είχαν διάφορες μορφές κατά τη μυθολογία και χόρευαν θορυβωδώς γύρω από αυτόν. Για τούτο και οι εορτάζοντες τα Διονύσια προσπαθούσαν να μιμηθούν τους μαινόμενους Σατύρους, καλυπτόμενοι με δέρματα και χτυπώντας κύμβαλα (τύμπανα), όπως οι ιερείς της Κυβέλης (θεά της γονιμότητας). Έτσι, έκαναν τους χορούς τους, χορούς Σατύρων και Μαινάδων, πράγμα που ευχαριστούσε κατά τη γνώμη τους το Θεό.

Ο δεύτερος λόγος των μεταμφιέσεων ήταν η ευθυμία και το κέφι. Οι εορτάζοντες έδειχναν με τον τρόπο αυτό τη μεγάλη λατρεία τους στο Θεό, γιατί όποιος δεν έκανε κέφι, πίνοντας κρασί, εθεωρείτο ασεβής προς το Διόνυσο. Σε τέτοια κατάσταση που ερχόντουσαν τους άρεσε να βωμολοχούν (χυδαιολογούν) και να παρεκτρέπονται. Για το λόγο ακριβώς αυτόν ήταν ανάγκη να κρύβουν τα πρόσωπά τους κάτω από την προσωπίδα για να μην τους γνωρίζουν οι πειραζόμενοι ποιοι ήσαν.

Οι Διονυσιακές γιορτές χωρίζονταν σε τέσσερα μέρη: 1) Τα μικρά ή τα κατ’ αγρούς Διονύσια 2) τα Λήναια, 3) τα Ανθεστήρια και 4) τα Εν Άστει ή Μεγάλα Διονύσια.

Τα Ανθεστήρια ελάμβαναν χώρα κατά το μήνα Ανθεστηριώνα (5 Φεβρουαρίου έως 15 Μαρτίου και κρατούσαν τρεις ημέρες, Σ’ αυτά έπαιρναν μέρος και οι δούλοι με πλήρη ελευθερία και με την άδεια των αφεντάδων.

Τα Μεγάλα Διονύσια ήσαν τα πιο σπουδαία και γινόντουσαν ως εξής: Με μεγάλη πομπή και με «διθυράμβους» το πλήθος συνόδευε έναν ωραίο νεανία μεταμφιεσμένον σε Διόνυσο μαζί με ένα ξόανο (ξύλιο άγαλμα) του Διονύσου. Αφού τον γύριζαν σ’ όλη την πόλη, τον πήγαιναν έπειτα στο μικρό ναό του Ελευθερίου Διονύσου. Στη γιορτή αυτή προήδρευε ο Επώνυμος Άρχων και αυτός έδινε τη σειρά στους ποιητές να διαβάσουν τα ποιήματά τους. Αυτή την ημέρα οι νικητές τραγωδοί στεφανώνονταν με χρυσά στεφάνια. Επίσης, πολλές χάριτες και τιμές αποδίδονταν σε όσους ευεργέτησαν την πόλη ή οπωσδήποτε διέπρεψαν. Επίσης εδίδετο ελευθερία στους καταδίκους των φυλακών.

Σχετικές δημοσιεύσεις